
Συνέντευξη στη Δρ. Μάρθα Θεοδώρου
Κύριε Πρόεδρε, πώς θα χαρακτηρίζατε το έργο της Βουλής των Ελλήνων στην παρούσα κοινοβουλευτική περίοδο; Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι προτεραιότητες που υπηρετεί η Βουλή σήμερα;
Η Βουλή των Ελλήνων, στην παρούσα κοινοβουλευτική περίοδο επιτελεί έναν σύνθετο και ιδιαίτερα σημαντικό θεσμικό ρόλο. Το Κοινοβούλιο δεν είναι μόνο ο χώρος όπου ψηφίζονται οι νόμοι, αλλά ο κορυφαίος δημοκρατικός θεσμός έκφρασης της λαϊκής βούλησης, ο χώρος όπου συναντώνται διαφορετικές απόψεις και αναζητούνται συνθέσεις προς όφελος της κοινωνίας. Έχοντας τη δυνατότητα να συγκρίνω τη σημερινή Βουλή με τη Βουλή στην οποία εξελέγην για πρώτη φορά το 1990, μπορώ να πω ότι έχουν αλλάξει πολλά. Στη Βουλή εκείνη την περίοδο υπήρχαν τέσσερα κόμματα, ΠΑΣΟΚ, Νέα Δημοκρατία, ο τότε Συνασπισμός (δεν υπήρχε ο ΣΥΡΙΖΑ) και το ΚΚΕ, με τους τότε ανθρώπους. Και αυτό έχει τη σημασία του. Δηλαδή, ξεκινώντας από τη γλαφυρότητα του Χαρίλαου Φλωράκη, που έδινε έναν ωραίο τόνο μέσα στη Βουλή, τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Γιάνναρο, τον Κύρκο, τον Φαράκο, τον Πεπονή, για να φτάσουμε στην άλλη πλευρά της Νέας Δημοκρατίας με τον Γιώργο Ράλλη, τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, τον Ευάγγελο Αβέρωφ, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Για αυτό και προχωράμε, το αμέσως επόμενο διάστημα, στην αλλαγή του Κανονισμού της Βουλής, που είχε φτιαχτεί πριν από 40 χρόνια επί προεδρίας Γιάννη Αλευρά από ένα ιερό τέρας της νομικής επιστήμης, τον Αριστόβουλο Μάνεση. Η σημερινή Βουλή λειτουργεί σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, με πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις διαφάνειας, ταχύτητας ενημέρωσης και άμεσης επικοινωνίας με τους πολίτες. Σε αυτό το νέο περιβάλλον η τεχνολογία, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα ΜΜΕ έχουν αλλάξει τους όρους που πολιτεύεται κάποιος. Δυστυχώς, ο κόσμος βλέπει συνήθως την άσχημη πλευρά της Βουλής από τα Μέσα Ενημέρωσης. Όταν ανταλλάσσουμε μεταξύ μας κάποια “γαλλικά” γίνονται πρώτη είδηση σε όλα τα κανάλια. Όταν γίνονται σοβαρές τοποθετήσεις από συναδέλφους από όλα τα κόμματα δεν γράφεται πουθενά, ή αν γραφτεί θα είναι κάποιο μονόστηλο εφημερίδας. Παράλληλα, για τους πολίτες έχει δημιουργηθεί πιο έντονη ανάγκη για λογοδοσία, καθώς έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι παρακολουθούν και αξιολογούν το κοινοβουλευτικό έργο.
Με ποιους τρόπους μπορεί ο Πρόεδρος της Βουλής να ενισχύσει περαιτέρω την ποιότητα της νομοθετικής διαδικασίας;
Ως Πρόεδρος της Βουλής ο ρόλος μου είναι πρωτίστως θεσμικός. Να λειτουργώ δηλαδή ως εγγυητής της ομαλής λειτουργίας της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, του σεβασμού όλων των απόψεων και της ουσιαστικής επεξεργασίας των νομοθετικών πρωτοβουλιών. Όσον αφορά την ποιότητα της νομοθέτησης που αναφέρατε, δεν εξαρτάται μόνο από την ψήφιση ενός νόμου, αλλά από το κατά πόσο έχει προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος, ακρόαση των κοινωνικών φορέων και αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε πρωτοβουλία που συμβάλλει σε πιο οργανωμένη και αποτελεσματική λειτουργία της Ολομέλειας και των Επιτροπών έχει σημασία. Ο λεγόμενος «κόφτης» στις ομιλίες στην Ολομέλεια αποτέλεσε μια προσπάθεια να υπάρχει καλύτερη διαχείριση του χρόνου, ώστε περισσότεροι βουλευτές να έχουν τη δυνατότητα να τοποθετούνται και ο διάλογος να γίνεται πιο ουσιαστικός και παραγωγικός. Και στην πράξη φαίνεται πως λειτούργησε, αν κρίνω από τις αντιδράσεις σχεδόν του συνόλου των Κοινοβουλευτικών Ομάδων.
Ποια είναι η συμβολή των κοινοβουλευτικών επιτροπών στη βελτίωση του νομοθετικού έργου;
Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της νομοθετικής διαδικασίας, καθώς εκεί πραγματοποιείται ο εξειδικευμένος διάλογος, εξετάζονται αναλυτικά οι νομοθετικές πρωτοβουλίες και φυσικά υπάρχει η δυνατότητα συμμετοχής των εκπροσώπων της κοινωνίας. Αυτή η συμμετοχή επιστημονικών, κοινωνικών και παραγωγικών φορέων προσφέρει πολύτιμη τεχνογνωσία και βοηθά ώστε οι νόμοι που ψηφίζονται να ανταποκρίνονται καλύτερα στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας, ενισχύοντας τον διάλογο και κυρίως ξεπερνώντας τα στενά κομματικά όρια.
Πώς μπορεί η Βουλή να καταστεί ακόμη πιο ανοιχτή και προσβάσιμη προς τους πολίτες; Με ποιον τρόπο μπορεί η ψηφιακή αναβάθμιση της Βουλής να συμβάλει ουσιαστικά στη διαφάνεια και στην καλύτερη ενημέρωση των πολιτών;
Εν έτει 2026 η Βουλή δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην Ολομέλεια και στις αίθουσες των επιτροπών και να θεωρείται -όπως σας ανέφερα και προηγουμένως- μόνο ο χώρος όπου συζητούνται και ψηφίζονται οι νόμοι. Οφείλει να είναι ένας ανοιχτός θεσμός, ένας ζωντανός οργανισμός, που έχει χρέος να βρίσκεται σε επαφή με την κοινωνία, τον πολιτισμό, την εκπαίδευση και τις ανάγκες των πολιτών. Για αυτό τον λόγο και η εξωστρέφεια της Βουλής αποτέλεσε βασική μου προτεραιότητα από την πρώτη στιγμή της ανάληψης των καθηκόντων μου. Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται μια σειρά από δράσεις που έχουν ως στόχο να αναδείξουν το διαφορετικό, κοινωνικό και πολιτιστικό πρόσωπο της Βουλής. Η αξιοποίηση του πρώην Καπνεργοστασίου, ως χώρου πολιτισμού, εκπαίδευσης και δημόσιου διαλόγου, αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα μιας Βουλής που ανοίγει τις πόρτες της στην κοινωνία. Παράλληλα, υπήρξαν πρωτοβουλίες που έδειξαν ότι η Βουλή μπορεί να λειτουργήσει ως φορέας πολιτισμού. Η τιμητική εκδήλωση για τον μεγάλο Έλληνα δημιουργό Σταύρο Ξαρχάκο αποτέλεσε μια ξεχωριστή στιγμή, μια συμβολική αλλά και ουσιαστική κίνηση, η οποία έφερε τον πολιτισμό μέσα στον χώρο της Δημοκρατίας και έδωσε στους πολίτες μια διαφορετική εικόνα του Κοινοβουλίου. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφερθώ και στο κοινωνικό πρόσωπο της Βουλής, το οποίο δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό στους πολίτες. Τα τελευταία χρόνια καταβάλλεται μια συστηματική προσπάθεια να στηριχθούν φορείς και δομές που επιτελούν σημαντικό έργο για την κοινωνία και τη χώρα. Μέσα από δωρεές που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Βουλής, ενισχύουμε έμπρακτα νοσοκομεία και πανεπιστήμια με την προμήθεια σύγχρονου εξοπλισμού για τις ανάγκες τους, στηρίζουμε Ιδρύματα με ουσιαστική κοινωνική και φιλανθρωπική προσφορά και, πάνω απ’ όλα, στεκόμαστε σταθερά δίπλα στα άτομα με αναπηρία και στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Επίσης, η Βουλή προχωρά αποφασιστικά στην ψηφιακή της μετάβαση, αξιοποιώντας τις νέες τεχνολογίες -ιδιαίτερα την τεχνητή νοημοσύνη- με στόχο κάθε πολίτης να μπορεί να έχει ευκολότερη και άμεση πρόσβαση σε όσα συμβαίνουν στο κοινοβούλιο. Άλλωστε, η Βουλή είναι ο πρώτος δημόσιος φορέας που εντάχθηκε σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια αξιοποίησης των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης της χώρας. Ταυτόχρονα, προχωρά, μεταξύ άλλων και η εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού της, μέσα από συνεργασίες με κορυφαίους επιστημονικούς φορείς, όπως το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς αποτελεί ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας. Ποιο ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η Βουλή στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς;
Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς πρέπει να κερδίζεται καθημερινά. Οι πολίτες θέλουν να βλέπουν ένα Κοινοβούλιο που ακούει, που συζητά, που λογοδοτεί και που παράγει έργο με επίκεντρο το δημόσιο συμφέρον. Η ενίσχυση, όμως, της εμπιστοσύνης προϋποθέτει την ύπαρξη πολιτικού πολιτισμού, κάτι που στις ημέρες μας φαίνεται να εκλείπει. Γιατί είναι άλλο η αντιπαράθεση με πολιτικά επιχειρήματα, όπως συνέβαινε τα πρώτα χρόνια της πολιτικής μου διαδρομής και άλλο η σημερινή κατάσταση, που σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνά τα επιτρεπτά όρια.
Θεωρείτε ότι ο δημόσιος κοινοβουλευτικός διάλογος ανταποκρίνεται επαρκώς στις ανάγκες και τις προσδοκίες της κοινωνίας;
Όπως σας ανέφερα, η πολιτική αντιπαράθεση είναι αναγκαία στη Δημοκρατία. Η διαφορετικότητα των απόψεων είναι το ζητούμενο και όχι το πρόβλημα. Στα χρόνια που έχουν περάσει από την πρώτη μου εκλογή το 1990 μέχρι σήμερα, έχει αλλάξει σημαντικά και ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η πολιτική συζήτηση. Οι ρυθμοί είναι ταχύτεροι, η δημόσια έκθεση μεγαλύτερη και οι απαιτήσεις της κοινωνίας αυξημένες. Η έντονη αντιπαράθεση είναι απολύτως θεμιτή, αλλά δεν πρέπει να οδηγεί στην απαξίωση του Κοινοβουλίου. Οι παρεμβάσεις -όπως η επερχόμενη αλλαγή του Κανονισμού της Βουλής, η οποία θα περιέχει και αυστηροποίηση των ποινών- έχει ακριβώς αυτόν τον σκοπό: την καλύτερη οργάνωση της συζήτησης στην Ολομέλεια, με στόχο όχι τον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου, αλλά αντίθετα τη διασφάλιση ότι ο κοινοβουλευτικός διάλογος θα παραμένει ζωντανός, ουσιαστικός, μη τοξικός και δίκαιος για όλους.
Γνωρίζοντας τον ρόλο και το έργο της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της Ελλάδος (Ο.Κ.Ε.), πώς θα αποτιμούσατε τη συνεισφορά της στο κοινοβουλευτικό έργο;
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της Ελλάδος αποτελεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό θεσμό κοινωνικού διαλόγου. Η αξία της βρίσκεται ακριβώς στη δυνατότητά της να συγκεντρώνει διαφορετικές κοινωνικές και παραγωγικές φωνές και να τις μεταφέρει, με οργανωμένο και τεκμηριωμένο τρόπο, στον δημόσιο διάλογο. Όπως σας ανέφερα και σε πρόσφατη επίσημη συνάντησή μας, είναι εξαιρετικά σημαντική η συμβολή των γνωμών της Ο.Κ.Ε. στην προετοιμασία του νομοθετικού έργου, καθώς το εύρος θεματολογίας του γνωμοδοτικού έργου της Επιτροπής είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Η συμβολή τους είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί μεταφέρουν την οπτική της κοινωνίας και της οικονομίας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Για αυτό και είμαι σίγουρος ότι η συνεργασία μεταξύ Βουλής και Ο.Κ.Ε. μπορεί να συμβάλει, ώστε η νομοθεσία να αντανακλά καλύτερα τις σημερινές ανάγκες και προκλήσεις της ελληνικής κοινωνίας.
Σε ποιους τομείς η σύνθεση, η θεσμική εμπειρία και η τεχνογνωσία της Ο.Κ.Ε. μπορούν να προσφέρουν ιδιαίτερη προστιθέμενη αξία στο κοινοβουλευτικό έργο;
Η κοινωνική συνοχή, η αντιμετώπιση των δημογραφικών προκλήσεων, η απασχόληση, η οικονομική ανάπτυξη, η πράσινη μετάβαση και ο ψηφιακός μετασχηματισμός, αποτελούν, πιστεύω, σημαντικά πεδία στα οποία η Ο.Κ.Ε. μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά αξιοποιώντας τον ρόλο και την εμπειρία ετών που διαθέτει. Άλλωστε, η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στον δημόσιο διάλογο αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για τη Δημοκρατία μας.
Αν σας ζητούσαν να διατυπώσετε με μία φράση το θεσμικό αποτύπωμα που επιθυμείτε να αφήσει η θητεία σας στη Βουλή των Ελλήνων, ποια θα ήταν αυτή;
Θα ήθελα να αφήσω ως παρακαταθήκη μια Βουλή πιο εξωστρεφή, πιο σύγχρονη, πιο ανοιχτή και πιο κοντά στον πολίτη.
